ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ
ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟ ΥΠΟΣΤΡΑΤΗΓΟ ΜΑΡΚΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟ

  

Σαν ήρθε τούτ’ η άνοιξη, σαν ήρθαν χελιδόνια,
οι πέρδικες οι πλουμιστές, μαζί και τ’ αηδόνια,
στείλαν προσκλήσεις σύναξης εις τους αντρειωμένους
εις τη Μονή του μαχαιρά, σε τόπους δοξασμένους.
 
Μάρτιος μήνας, Ψυχοσάββατο, σε λίγο η Λαμπρή,
στο Μαχαιρά μαζεύτηκαν όλοι οι Σταυραετοί
απ’ του Ολύμπου τα βουνά, τις πόλεις τα χωριά
κι απ’ τον Πενταδάκτυλο κι απο τη Μεσαριά.
 
Καλέσαν και το Χάροντα σ’ αυτή τη σύναξή τους
που ξέρει απ’ όλους πιο καλά για την παλληκαριά τους
και τις αντρειωσύνες τους, τα κατορθώματά τους.
 
Κι άνοιξ’ ο Χάρος τα χαρτιά και διάβασε για όλους,
για όλους τους σταυραετούς και τους αντρειωμένους,
ό,τι αγώνες έκαναν στης Κύπρου τα αλώνια,
πως επαλέψαν κι έμεινε η μνήμη τους αιώνια.
 
Στο τέλος ένας αετός, που λάμπαν τα φτερά του,
το Χάροντα τον ερωτά, απόκριση να πάρει:
«Ένα πρωτοπαλλήκαρο μ’ όνομα Τάσος Μάρκου
τ’ όνομά του δεν τ’ άκουσα κι ήταν πρώτος στην πάλη».
 
Σαν τ’ άκουσε ο Χάροντας συλλογισμένος μένει.
Αφήνει κάτω τα χαρτιά, κοιτά τα κορφοβούνια,
θωρεί τον Πενταδάκτυλο, ντυμένο μες στα μαύρα
κι απολογάται και λαλεί κι απόκριση τους δίνει:
 
«Τον Μάρκου τον αντάμωσα στο Δίκωμο πιο πάνω,
περηφανοστεκότανε και στιβαροπατούσε.
Θαύμαζα την κορμοστασιά, την τόση λεβεντιά του
και μ’ έπιασαν συλλογισμοί, απλά εκοίταζά τον.
Ύστερα τον χαιρέτισα κι έφυγα κι άφησά τον.
 
Οι δυο μας δεν παλέψαμε στης Κύπρου τα αλώνια.
Μές στα μνημονοχάρτια μου σε τούτα τα δευτέρια,
όσο καλά κι άν έψαξα, δε βρήκα τ’ όνομά του.
Εγώ μόνο το θαύμασα για την παλληκαριά του».
 
Οι πέρδικες π’ ακούγανε, αρχίσαν μοιρολόϊ
κι η κουκουβάγια η σοφή συμπλήρωσε «θα ζεί
μέσα σε κάποια φυλακή εις της Τουρκιάς τα μέρη,
στα Άδανα, στην Άγκυρα ή στο Ντιαρμπακίρ.
Άγαλμα να του κάνετε εις την γενέτειρά του,
εκεί κοντά στην Εκκλησιάν, δίπλα στον Άι Γιώρκην,
όποιος περαστικός περνά τον Τάσο να θωρεί,
να τον τιμά, να διαλαλεί τα κατορθώματά του».